Ομαδική έκθεση: I used to be funny but now i am dead

Ομαδική Έκθεση «I USED TO BE FUNNY BUT NOW I AM DEAD»

Διάρκεια έκθεσης: 23.11.17 – 13.01.18

Η έκθεση I USED TO BE FUNNY BUT NOW I AM DEAD φέρνει κοντά το έργο 3 νεαρών και 3 ιστορικών γυναικών καλλιτεχνών από την Ελλάδα και τη Γαλλία και επιχειρεί να κοιτάξει την ιστορία της τέχνης αξιολογώντας πού βρίσκεται σήμερα η γυναικεία τέχνη και πού πηγαίνει.

Η εικόνα της γυναίκας μέσα στην ιστορία της τέχνης είναι σαφώς η εικόνα που δόθηκε από τους άνδρες στη γυναίκα. Αυτή η εικονογραφία παραδόθηκε από γενιά σε γενιά για αιώνες και αποδομήθηκε για πρώτη φορά ριζικά από τη φεμινιστική πρωτοπορία της δεκαετίας του ’70. Σε αυτήν την κρίσιμη δεκαετία και σε εκείνη που θα ακολουθήσει ανήκουν κάποια από τα σημαντικότερα έργα των Δασκοπούλου, Ρωμανού και Παπακωνσταντίνου που παρουσιάζονται εδώ. Έργα αιχμηρά και πολυεπίπεδα σχολιάζουν μεταξύ άλλων θέματα ταυτότητας και φύλου με τρόπο χιουμοριστικό, ποιητικό και συχνά ειρωνικό.

Γιατί δεν υπήρξαν άραγε αρκετές μεγάλες γυναίκες καλλιτέχνες αναρωτιέται η θρυλική ιστορικός τέχνης Linda Nochlin στο διάσημο άρθρο της για το περιοδικό ARTnews το 1971. Σε αυτό το σημείο οι φεμινίστριες όπως λέει η Nochlin θα τσιμπήσουν το δόλωμα και θα προσπαθήσουν να ξεθάψουν μία λίστα από αξιόλογες ή ανεπαρκώς εκτιμημένες γυναίκες καλλιτέχνες η οποίες έζησαν και έδρασαν σε βάθος χρόνου. Παρ’ όλ’ αυτά, ακόμη και όσες γνώρισαν μία κάποια καταξίωση -θα προσθέσω σε αυτό το σημείο- την έλαβαν σε μεγάλο βαθμό μετά τον θάνατο τους. Τι αξία έχει άραγε μία τέτοιου είδους αναγνώριση? Είναι ακριβώς σαν ένα αστείο που πάγωσε, θα έλεγε κανείς.

Η Alix Marie (γ.1989) αποφοίτησε το 2011 από το κολέγιο Central Saint Martins και στη συνέχεια από το Royal College of Art όπου έλαβε διάκριση για τη διατριβή της σχετικά με το φετίχ και τη φωτογραφία. Το έργο της διερευνά τη σχέση μας με το σώμα μας και τον τρόπο που αυτό αναπαριστάται μέσα από διαδικασίες αντικειμενοποίησης, κατακερματισμού, μεγέθυνσης και συσσώρευσης, ενώ φέτος επιλέχθηκε από το Φωτογραφικό Μουσείο του Άμστερνταμ για την έκθεση FOAM Talent. Το έργο της Les Gatiantes σχολιάζει τη θέση της γυναίκας στη φωτογραφία και τη σχέση της με τον φετιχισμό και είναι βασισμένο πάνω στη μελέτη του Gaetan Gatian de Clerambault γύρω από το ερωτικό πάθος των γυναικών για το ύφασμα. Ο Clerambault μελετούσε περιπτώσεις γυναικών που έπασχαν από κλεπτομανία και οι οποίες έκλεβαν κατ’ επανάληψη κομμάτια υφασμάτων για να αυνανιστούν με αυτά. Το έργο αποτελείται από πορνογραφικές εικόνες γυναικών τυπωμένες σε μεταξωτά υφάσματα και έχει αναφορές τόσο στην ιστορία της φωτογραφίας, όπως π.χ. στο θαύμα της Ιεράς Σινδόνης (η οποία για πολλούς θεωρείται η πρώτη φωτογραφία που έγινε ποτέ) όσο και στη σχέση της φωτογραφίας με το φετιχισμό και την αντικειμενοποίηση των γυναικών μέσα από τη σύγχρονη εικονογραφία.

H Σίλεια Δασκοπούλου (1936-2006) αποτελεί μια πραγματικά μοναδική περίπτωση στην ιστορία της ελληνικής τέχνης. Μαθήτρια του Μόραλη, σπούδασε με υποτροφία στην ΑΣΚΤ, αποφοίτησε το 1960 με έπαινο και έπειτα έφυγε για το Παρίσι με σκοπό να ακολουθήσει εκεί ελεύθερες σπουδές πάνω στη ζωγραφική. Στην πρώτη της ατομική έκθεση το 1962 στη γκαλερί Νέες Μορφές τα θέματά της είναι τοπιογραφικά, κυρίως όψεις σπιτιών, με πολύ έντονα χρώματα σε εξπρεσιονιστικό ύφος. Το 1970, όταν επιστρέφει από το Παρίσι, η τέχνη της αλλάζει τελείως κατεύθυνση και γίνεται ανθρωποκεντρική, με έμφαση στις γυναικείες μορφές, οι οποίες παρουσιάζονται σαν πορτρέτα που αντανακλούν είτε τους συμβατικούς κοινωνικούς τους ρόλους είτε την ψυχολογική τους κατάσταση. Η εικόνα της Δασκοπούλου σταδιακά σχηματοποιείται και τα εκφραστικά χαρακτηριστικά των προσώπων που ζωγραφίζει υπερτονίζονται, χάρη σε μια σκόπιμα ακατέργαστη και αντι-νατουραλιστική γραφή που θυμίζει μάσκα. Χρησιμοποιεί ειρωνικούς τίτλους όπως H Μπεμπούλα, Η Χαμηλοβλεπούσα, Οι Γατούλες του Σεξ, Οι Αντίζηλες κλπ.

“Κορόιδευα τις γυναίκες που βάφονται και περιποιούνται πολύ τον εαυτό τους” θα πει χαρακτηριστικά το 1982. “Τα έργα αυτά είχαν ένα φεμινιστικό ύφος αλλά συγχρόνως και κωμικό.” […] “Άρχισα να ζωγραφίζω αυτές τις γυναικείες μορφές χωρίς να έχω μία εκ των προτέρων ιδέα για το τι ήθελα να αποδώσω. Ήταν κάτι που ‘βγήκε’ από το υποσυνείδητο.” […] “Η ωραία γυναίκα, όχι αυτή που είναι ωραία από τη φύση της, αλλά η γυναίκα όπως τη θέλησε η κοινωνία που της ανέθεσε το ρόλο του ωραίου φύλου: Βαμμένη, ντυμένη, παρφουμαρισμένη, με ψεύτικες βλεφαρίδες, περούκες, κλπ., σεξουαλική, γλυκιά, μοιραία, απρόσιτη. Η γυναίκα που πεινάει, υποφέρει, προσποιείται, κάνει οδυνηρές εγχειρήσεις για να αρέσει. Και την ξέρω καλά, γιατί εγώ προσπάθησα απελπισμένα από τα είκοσι και σχεδόν ως τα τριάντα πέντε μου να μπω σε αυτό το καλούπι που μας έχει επιβληθεί με πλύση εγκεφάλου. Από μικρό παιδί ζήλευα τα ωραία κοριτσάκια γιατί έβλεπα ότι είχαν ιδιαίτερη μεταχείριση” θα πει σε μία άλλη συνέντευξή της στο περιοδικό ΠΑΝΘΕΟΝ το 1978.

Λίγα χρόνια αργότερα η δουλειά της θα πάρει μία ακόμη αναπάντεχη τροπή. Τα έργα που απεικονίζουν τη γυναίκα με την αφύσικη μάσκα της ομορφιάς που η ανδροκρατική κοινωνία έχει επιβάλει μέσα από τα διάφορα πρότυπα θα αντικαταστήσουν μία σειρά από πρόσωπα τα οποία γίνονται ολοένα και πιο σκοτεινά, αποκτούν έναν δραματικό τόνο και εκφράζουν τη διάθεση της η οποία είναι απόρροια των προσωπικών της εμπειριών και των ψυχικών της διακυμάνσεων. Μέχρι το τέλος της ζωής της το 2006 θα κάνει πάνω από 100 τέτοια πορτρέτα. Έργα οργανωμένα σε μία ατμόσφαιρα μεταξύ cult και παρακμής, πορτρέτα που μοιάζουν όπως έγραψε ο Νίκος Καρούζος με “νεκρές φύσεις” καθιστούν τη Σίλεια Δασκοπούλου μια από τις κατεξοχήν ζωγράφους “ψυχογενών ιλίγγων”. Εξαιρετικά σπάνια αυτή η σπαρακτική ειλικρίνεια στη ζωγραφική. Μια ματιά σκληρή και μαζί γεμάτη οίκτο, όπως είναι η ματιά των “καταραμένων” ποιητών. Τα έργα της γράφει η Βεατρίκη Σπηλιάδη “μένουν για πάντα χαραγμένα στη ψυχή σου. Και κάτι περισσότερο: Γδέρνουν οποιοδήποτε περίβλημα κληρονομημένης ή επίκτητης άμυνας και σε αφήνουν εκτεθειμένο, αναγκασμένο να είσαι ειλικρινής, όπως είναι και αυτή.” H καριέρα της Δασκοπούλου εξελίχτηκε σε χαμηλούς τόνους. Έκανε λιγοστές ατομικές εκθέσεις και συμμετείχε σε επιλεγμένες ομαδικές. Το έργο της εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από το κοινό και την κριτική, ως μια από τις αυθεντικότερες γυναικείες φωνές στην ελληνική ζωγραφική. Το 2000 πραγματοποιήθηκε αναδρομική της έκθεση στην Αίθουσα Τέχνης Νέες Μορφές.

H Ειρήνη Καραγιαννοπούλου (γ.1973) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Saint Étienne στη Γαλλία και συνέχισε µε υποτροφία τις σπουδές της στην Καρλσρούη, στη Γερµανία. Έπειτα έζησε για έξι µήνες στη Νέα Υόρκη και επιστρέφοντας στην Ελλάδα άρχισε να πειραµατίζεται µε όλα τα είδη της τέχνης: ζωγραφική, σχέδιο, video, performance, κολάζ και γλυπτική. Η ίδια παρομοιάζει τη σχέση της µε την τέχνη µε ένα μεγάλο δέντρο µε πολλά κλαδιά. “Κάθε κλαδί µεγαλώνει παράλληλα µε τα άλλα και ταυτόχρονα µόνο του. Το λουλούδι δύο καρπών µπορεί να διαφέρει από κλαδί σε κλαδί”. Στο έργο The Artist από τη σειρά YOU AM I το οποίο παρουσιάζει στην έκθεση η καλλιτέχνης οικειοποιείται, επιζωγραφίζει και μεταμορφώνει εικόνες από περιοδικά της δεκαετίας του ’30 και μετά, ζωγραφίζοντας το βλέμμα της στα πρόσωπα μοντέλων, πολιτικών, προσώπων της επικαιρότητας ή σε εικόνες από την ιστορία της τέχνης. Τα νέα αυτά πορτρέτα που προκύπτουν σχολιάζουν ζητήματα φύλου, ζητήματα γύρω από την σεξουαλικότητα, την κατασκευή της ταυτότητας, την κατασκευή της εικόνας αλλά αποτελούν παράλληλα και μία σύντομη αναδρομή στην ιστορία της τέχνης και στον τρόπο που το μήνυμα επικοινωνείται μέσα στη σύγχρονη εικονογραφία. Σε μια εποχή που είναι κορεσμένη από εικόνες μέσα από τα μέσα ενημέρωσης, τα κοινωνικά δίκτυα και την κουλτούρα των selfies η Καραγιαννοπούλου προσβάλει την πατρότητα των εικόνων εγείροντας μία σειρά από ερωτήματα γύρω από τον ρόλο της πρωτοτυπίας, της κατάστασης της φωτογραφικής εικόνας και της αυξανόμενης ευκολίας να παράξει και να καταναλώσει κανείς νέες εικόνες. Σε ένα από τα πορτρέτα ζωγραφίζει τον εαυτό της ως θηλυπρεπή Salvador Dali, ενώ σε μια άλλη επεμβαίνει σε ένα από τα διάσημα πορτρέτα της Cindy Sherman η οποία έχει επέμβει στο πορτρέτο ενός άλλου χαρακτήρα απεικονίζοντας τον εαυτό της ντυμένο με τη μορφή μιας ηρωίδας, φλερτάροντας έτσι με τον φακό και αποσταθεροποιώντας την παραδοσιακή αντίθεση μεταξύ καλλιτέχνη και μοντέλου, αντικειμένου και υποκειμένου – που έχει σχολιαστεί από πάμπολλους θεωρητικούς και κριτικούς με όρους φύλου.

Η Λήδα Παπακωνσταντίνου (γ.1945) είναι ιστορικά η σημαντικότερη καλλιτέχνιδα σήμερα στην Ελλάδα η οποία ασχολήθηκε συστηματικά τα τελευταία 50 χρόνια με την performance. Αφού σπούδασε γραφικές τέχνες στη Σχολή Δοξιάδη, παρακολούθησε για λίγο μαθήματα στην ΑΣΚΤ κι έπειτα εγκαταστάθηκε στην Αγγλία όπου σπούδασε Καλές Τέχνες στο Loughton College of Art και στο Maidstone College of Art (Kent Institute of Art & Design). Ήδη από το 1969 απομακρύνθηκε από τα παραδοσιακά εικαστικά μέσα και άρχισε να παρουσιάζει έργα χώρου και δράσης στο πνεύμα των πρωτοποριακών τάσεων της εποχής. Είναι από τους πρώτους καλλιτέχνες που εισήγαγαν στον ελληνικό εικαστικό χώρο μορφές τέχνης όπως το installation, τα happenings και την performance. Στην παρούσα έκθεση η Παπακωνσταντίνου παρουσιάζει ένα ανδρικό και ένα γυναικείο πορτρέτο από δύο από τις πιο γνωστές της δράσεις με τους τίτλους Το Μοντέλο – Φόρος Τιμής στον Jean Genet (1970) και Κωφάλαλη (1971). Από θεματική άποψη, τα έργα της αναφέρονται εξαρχής στο ανθρώπινο σώμα και την έμφυλη ταυτότητα, με μια τάση καταγραφής αισθητηριακών και ψυχικών ερεθισμάτων που σχετίζονται με τη μνήμη και το χρόνο. Xαρακτηριστικό στοιχείο στα έργα της είναι η αυτοπρόσωπη παρουσία της ίδιας στα περισσότερα από αυτά, ο τελετουργικός χαρακτήρας τους και οι αυτοβιογραφικές νύξεις που ενισχύουν μια πολυεπίπεδη ανάγνωση. Έχει πραγματοποιήσει πάνω από είκοσι ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από εξήντα ομαδικές. Το 2005 κυκλοφόρησε το βιβλίο Λήδα Παπακωνσταντίνου Performance, Film, Video 1969-2004 από τις εκδόσεις Κύβος. Με ίδιο τίτλο διοργανώθηκαν, το 2006, από το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και το 47o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης παρουσιάσεις του έργου της στο Μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα και στο Μπέη Χαμάμ στη Θεσσαλονίκη. Το 2007 ήταν τιμώμενη καλλιτέχνιδα στην 1η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης. Το 2010 δημιούργησε μια μεγάλη φωτεινή σύνθεση οροφής με τον τίτλο Ο Χρόνος Στα Χέρια Μου, ένα από τα μόνιμα έργα που διακοσμούν το Αθηναϊκό Μετρό στη στάση Μοναστηράκι.

Η Χρύσα Ρωμανού (1931-2006) σπούδασε στην ΑΣΚΤ με δάσκαλους τον Γεωργιάδη και τον Μόραλη. Έκανε την πρώτη της ατομική έκθεση στην Αθήνα το 1960 στη γκαλερί Ζυγός και το 1961 έφυγε από την Ελλάδα για να συνεχίσει τις σπουδές της με υποτροφία στο Παρίσι, όπου και παρέμεινε έως το 1981. Η πρώιμη στροφή της προς την αφαίρεση έδειχνε ήδη την τάση της να αποδεσμευτεί από τις καθιερωμένες μορφές, αναζητώντας ένα σύγχρονο προσωπικό ιδίωμα. Οι αναζητήσεις της στράφηκαν αρχικά προς την αξιοποίηση της αυτόματης γραφής και της χειρονομίας. Ζώντας στο Παρίσι είχε την ευκαιρία να εξοικειωθεί με διάφορα πρωτοποριακά εκφραστικά μέσα, συμπορευόμενη με τους καλλιτέχνες της γενιάς του ’60. Σύντομα άρχισε να εφαρμόζει τις τεχνικές του φωτομοντάζ και του κολάζ, χρησιμοποιώντας εικόνες ειδών μαζικής κατανάλωσης ή φωτογραφίες από τον Τύπο, αποσπασματικές ή παραποιημένες, μαζί με χειρόγραφα ή τυπωμένα κείμενα και σύμβολα. Το περιεχόμενο των έργων είναι έντονα κριτικό, αλλά η διατύπωση έχει μάλλον ποιητικό παρά ορθολογιστικό χαρακτήρα. Το στυλ αυτό εξέλιξε αργότερα με την τεχνική του ντεκολάζ πάνω σε πλεξιγκλάς με το οποίο εργάστηκε συστηματικά από το 1980 και μετά συγκολλώντας κομμάτια από περιοδικά, αντίγραφα έργων τέχνης και άλλα υλικά στην πίσω όψη μεγάλων πλεξιγκλάς τα οποία στη συνέχεια αφού τα άφηνε να στεγνώσουν, τα έτριβε με υγρό σφουγγάρι ώσπου να μείνει πάνω στην επιφάνεια μονάχα το αποτύπωμα. Η σειρά αυτή την οποία ονομάζει Εικόνες και Χάρτες-Λαβύρινθοι είναι ίσως η σημαντικότερη και χαρακτηριστικότερη. Η ρυθμικοί λαβύρινθοι από φόρμες και χρώμα που δημιουργούνται παράγουν δυναμικά μοτίβα που από απόσταση μοιάζουν με αφαιρετικά. Από κοντά παρ’ ολ’ αυτά διακρίνει κάνεις δεκάδες λεπτομέρειες από εικόνες που συνομιλούν μαζί με τα ίχνη μιας απελευθερωμένης χειρονομίας. Στο έργο που παρουσιάζεται στην έκθεση κομμάτια της προσωπικής της μνήμης μπερδεύονται με διάφανα και ημιδιάφανα σώματα από το έργο του Pieter Brueghel συνδυάζοντας έτσι αναφορές από την ιστορία της τέχνης με στοιχεία και σύμβολα αναγνωρίσιμα από την μαζική κουλτούρα. Παρουσίασε το έργο της σε περιορισμένο αριθμό ατομικών εκθέσεων αλλά συμμετείχε σε πολλές σημαντικές ομαδικές εκθέσεις και διεθνείς διοργανώσεις. Παρότι παρήγαγε έναν σημαντικό αριθμό έργων καθ’ολη τη διάρκεια της ζωής της και το ταλέντο της αναγνωρίστηκε από κοινό και θεωρητικούς, μπορεί να πει κάνεις πως σε έναν μεγάλο βαθμό έζησε στη σκιά του συζύγου της και επίσης πολύ σπουδαίου καλλιτέχνη Νίκου Κεσσανλή.

H Νάνα Σαχίνη (γ.1975) σπούδασε στο Chelsea College of Art and Design του Λονδίνου(MA) και στη Σχολή Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης. Η δουλειά της αποτελείται από γλυπτά και εγκαταστάσεις τα οποία συχνά εξελίσσονται ελεύθερα στον χώρο. Στα έργα της χρησιμοποιεί μία ευρεία γκάμα ετερογενών υλικών που συνδυάζουν δουλεμένες φόρμες από πηλό, αφρό πολυουρεθάνης, ύφασμα, μέταλλο, κτλ. με έτοιμα υλικά του εμπορίου ή με objet trouvés τα οποία αντιλαμβάνεται ως δοχεία νοημάτων ή με τα οποία την συνδέει κάποια ιστορία ή μνήμη. Στην παρούσα έκθεση στη γκαλερί CAN η Σαχίνη παρουσιάζει το γλυπτό Amalthea που αναπαριστά έναν όγκο-σώμα φτιαγμένο από στήθη σαν πέταλα και ένα κεφάλι χωρίς χαρακτηριστικά εκτός από ένα ανοιχτό στόμα που μοιάζει να σπαράζει. Ο τίτλος του έργου προέρχεται από την τροφό του Δία, σύμβολο αφθονίας, γενναιοδωρίας και τρυφερότητας – πράγμα που καταδεικνύει και η ετυμολογία του ονόματός της (Αμάλθεια < α- στερητικό + μάλθος [= έλλειψη, στέρηση] άρα, μη στέρηση, αφθονία). Η Amalthea της Σαχίνη παρόλ’ αυτά μοιάζει εξαντλημένη από το συνεχές δόσιμο τροφής και ηδονής. Το δέρμα της μοιάζει σκασμένο, γεμάτο εκδορές σαν άνυδρη γη. Το ίδιο της το σώμα μία αφαίρεση. Έχει κρατήσει μονάχα όσα του είναι απολύτως απαραίτητα. Το δεύτερο γλυπτό ονομάζεται One Who Bathes In Moonlight και αναπαριστά ένα σώμα μεσοφυλικό, ταυτόχρονα ερωτικό και γκροτέσκο που μοιάζει με φαλλό. Το περίεργο αυτό ον συνδυάζει θηλυκά και αρσενικά χαρακτηριστικά, κεφάλι χωρίς πρόσωπο και υπερβολικές τρίχες που μοιάζουν με αγκάθια. Παρ’ ότι η στάση του προδίδει κίνηση, τα πόδια του μοιάζουν πακτωμένα στη γη. Το αλουμίνιο από το οποίο είναι φτιαγμένο λειτουργεί ως παραμορφωτικός καθρέφτης που αντανακλά θολά το φως και τα χρώματα από το περιβάλλον του. Η βάση με τα δέρματα πάνω στα οποία ισορροπεί λειτουργούν ως μια καρναβαλική σχεδόν παγανιστική σκηνή που υπενθυμίζει το ζωώδες και το κωμικοτραγικό της υπόθεσης. Το έργο της Σαχίνη διαπραγματεύεται ζητήματα φύλου και μιας ρευστής σεξουαλικότητας, χωρίς να ασχολείται άμεσα με τα κοινωνικοπολιτικά θέματα και τις προκλήσεις της έμφυλης ταυτότητας. Το φύλλο εδώ αποτελεί μέρος μιας πνευματικής προοπτικής που έχει την ιδιότητα να πλαισιώνει και να αφηγείται με μεγαλύτερη σαφήνεια τις τρέχουσες ανθρώπινες συνθήκες. Η πολυπλοκότητα των φύλων- η οποία οδηγεί πάντα σε μια δυαδική μορφή κοινωνικής οργάνωσης- δεν είναι ανάγκη να περιγράφεται πάντοτε ως πρόβλημα, αλλά όπως η καλλιτέχνης προτείνει μπορεί να ιδωθεί και ως μια άγρια ποικιλία ανθρώπινων δυνατοτήτων.

CAN CHRISTINA ANDROULIDAKI GALLERY
Π. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ 42
10673 Κολωνάκι, Αθήνα
T/F 210.3390.833
info@can-gallery.com
www.can-gallery.com

ΩΡΑΡΙΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ:
Τρίτη – Παρασκευή: 11π.μ. – 3μ.μ. / 5μ.μ. – 8μ.μ.
Σάββατο: 11π.μ. – 4μ.μ.

 

πηγή:independent.gr

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s